Translation of "Gebiet" into Greek
περιοχή, τομέας, κλάδος are the top translations of "Gebiet" into Greek.
Kanton (schweiz.) [..]
-
περιοχή
noun feminineEine bestimmte geografische Einheit.
Gegebenenfalls ist zwischen Ziel 1 - Gebieten und benachteiligten Gebieten zu unterscheiden.
Οσάκις ενδείκνυται, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των περιφερειών του Στόχου 1 και των μειονεκτουσών περιοχών.
-
τομέας
noun masculineWas sind deiner Meinung nach die wichtigsten Aufgaben auf dem Gebiet des Umweltschutzes?
Ποιά είναι κατά τη γνώμη σου τα σημαντικότερα καθήκοντα πάνω στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος;
-
κλάδος
noun masculineDas gilt insbesondere für benachteiligte Gebiete, in denen der Agrarsektor einen bedeutenden Teil der Wirtschaft ausmacht.
Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τις λιγότερο ευνοημένες περιοχές, όπου ο γεωργικός κλάδος καλύπτει σημαντικό τμήμα της οικονομίας.
-
Less frequent translations
- επικράτεια
- έδαφος
- ζώνη
- κύκλος
- χώρος
- έκταση
- χώρα
- επαρχία
- διοικητική περιφέρεια
- ακτίνα
- πεδίο
- σφαίρα επιρροής
- χωρική οντότητα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Gebiet" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "Gebiet" with translations into Greek
-
υπερπόντια εδάφη
-
γεωργική έκταση με περιβαλλοντικούς περιορισμούς
-
χερσαία έκταση
-
μολυσμένη περιοχή
-
καλύπτει μια μεγάλη γκάμα
-
κατεχόμενα εδάφη · κατεχόμενη περιοχή
-
μορφογενετική περιοχή
-
περιφέρεια εξαρτημένη από την αλιεία